καράς

(I)
ο
1. μαύρο άλογο
2. φρ. «αυτά είπε ο καράς και τίναξε τα πέταλα ο φουκαράς» — λαϊκή κωμική έκφραση που απαγγέλλεται με στόμφο για να διακωμωδήσει άνθρωπο μεγαλοπράγμονα που υπόσχεται πολλά και μεγαλεπήβολα, αλλά δεν προφθάνει να τά πραγματοποιήσει.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. kara «μαύρος». Βλ. και καρα-].
————————
(II)
καράς, ὁ (Α)
(κατά τον Ησύχ.) αποσπερματισμός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • καράς — ο (λ. τουρκ.), μαύρο άλογο: Ταύτα είπε ο καράς και τίναξε τα πέταλα ο φουκαράς (ειδική φράση με κωμικό τόνο) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κᾶρας — Κάρ experimentum facere in corpore vili masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάρας — κάρᾱς , κάρα head fem acc pl κάρᾱς , κάρα head fem gen sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καράς, Σίμων — (Στροβίτσι Ηλείας 1903 – Αθήνα 1999). Μουσικολόγος, λαογράφος και συγγραφέας. Μολονότι σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη μελέτη της ελληνικής μουσικής. Από νεαρή ηλικία μυήθηκε στα ηρωικά τραγούδια, ενώ έμαθε… …   Dictionary of Greek

  • Καράς ή Καρόγλου, Ιωάννης — Αγωνιστής του 1821 από τη Σμύρνη. Ήταν επικεφαλής της Ιωνικής Φάλαγγας (την οποία σχημάτισε ο ίδιος το 1825) και συμμετείχε σε πολλές επιχειρήσεις στο πλευρό του Νικηταρά και, αργότερα, του Σταματελόπουλου. Μετά την απελευθέρωση κατατάχθηκε στους …   Dictionary of Greek

  • k̂er-, k̂erǝ- : k̂rā-, k̂erei-, k̂ereu- —     k̂er , k̂erǝ : k̂rā , k̂erei , k̂ereu     English meaning: head; horn     Deutsche Übersetzung: “das Oberste am Кörper: Kopf; Horn (and gehörnte Tiere); Gipfel”     Material: O.Ind. síras n. (ved. only nom. acc.) “head, cusp, peak”, Av. sarah …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • Βυζαντινή αυτοκρατορία — I Β.α., ή αλλιώς Μεταγενέστερο Ρωμαϊκό ή Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, αποκαλείται συμβατικά το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πρωτεύουσα του τμήματος αυτού, που μετά την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους συνέχισε περίπου για έντεκα… …   Dictionary of Greek

  • Кумас, Константинос — Константинос Кумас Κωνσταντίνος Κούμας …   Википедия

  • κέρας — Οστεοειδής έκφυση στο κεφάλι διαφόρων θηλαστικών. Βλ. λ. κέρατα.(Γεωλ.) Κομμάτι του στερεού φλοιού του εδάφους, το οποίο απέμεινε ως προεξοχή όταν τα γύρω κομμάτια καταβυθίστηκαν. Τυπικό παράδειγμα γεωλογικού κ. είναι ο Ακροκόρινθος. Αν μόνο μία… …   Dictionary of Greek

  • κέρνα — (I) κέρνα, ἡ (Α) (κατά τον Ησύχ.) ἀξίνη». [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για εσφ. τ. αντί κέαρνα, κατά τον Ησύχ. «σίδηρα τεκτονικά» (< κεάζω «σχίζω»)]. (II) κέρνα, ἡ, πληθ. και κέρνα, τὰ (Α) στον πληθ. αἱ κέρναι και τα κέρνα οι πλάγιες εκφύσεις τής… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.